«Η ελάχιστη δόνηση της συγκίνησης»

Μια σύμπτωση επιτρέπει φέτος στο κοινό του Φεστιβάλ να δει δύο φορές στην Επίδαυρο ένα ελάχιστα παιγμένο έργο του Σοφοκλή, τον Αίαντα. Η παράσταση της Σύλβιας Λιούλιου, που θα ακολουθήσει χρονικά εκείνη του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, ανεβαίνει στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου. Στόχος, να ιχνηλατήσει την πορεία του ιδανικού, πρώτου αυτόχειρα του σοφόκλειου έργου.
 

Από τη Δομίνα Διαμαντοπούλου
Φωτογραφία Βίκυ Γεωργοπούλου


Με «όπλα» μια αέναη διάθεση για έρευνα και μελέτη, η Σύλβια Λιούλιου επιστρέφει στο Φεστιβάλ Αθηνών για να αναμετρηθεί για πρώτη φορά με την αρχαία τραγωδία επιλέγοντας, προς τούτο τον Αίαντα, του Σοφοκλή. Η προδιαγεγραμμένη πορεία του τραγικού ήρωα προς την αυτοχειρία, αλλά και η ασέβεια των Ατρειδών προς το άταφο σώμα του δημιουργούν μια διαρκή αίσθηση θρήνου. Το πένθος, εξηγεί η νέα δημιουργός, γίνεται εδώ κεντρικός άξονας της αφήγησης του σοφόκλειου δράματος, εξισορροπείται όμως από την ορμή, τη δύναμη και τη χάρη των πολύ νέων ηθοποιών της ομάδας της, καθώς και από την ομορφιά που αποπνέει η αρμονία του χώρου της μικρής Επιδαύρου.
 

Ένας ακόμη Αίας του Σοφοκλή ανεβαίνει στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Πώς σας φαίνεται αυτή η δημιουργική σύμπτωση;

Πρόκειται μάλλον για έναν περίεργο καλλιτεχνικό συντονισμό, σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο. Θα ήθελα πολύ να δω την παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, αλλά δεν θα μπορέσω τελικά, λόγω των προβών. Έχει ενδιαφέρον, πάντως, να σκέφτεται κανείς ότι παράλληλα και σε κοντινούς τόπους συμβαίνει μια κοινή έρευνα πάνω σ’ ένα έργο.
 

Η δική σας δουλειά βασίζεται στην έρευνα ενός πυρήνα νέων καλλιτεχνών πάνω στο αρχαίο δράμα. Ποια ήταν η υπόθεση εργασίας;

Η έννοια της έρευνας είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι το θέατρο και τη λειτουργία μου ως σκηνοθέτιδα. Βάζει κανείς ένα βαθμό δυσκολίας και προσπαθεί μέσα σ’ αυτόν να προσπελάσει ένα κείμενο. Ποιος είναι ο βαθμός δυσκολίας εδώ; Πρώτα απ’ όλα, το ίδιο το κείμενο. Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο έργο. Έχει μεγάλες, εγγεγραμμένες, σκηνικές προκλήσεις. Επίσης, είναι η πρώτη επαφή με το αρχαίο δράμα.


Σ’ αυτήν την πρώτη επαφή με το αρχαίο δράμα, γιατί επιλέξατε τον Σοφοκλή;

Τα πρόσωπα στον Σοφοκλή είναι φορείς αυτού που ονομάζεται «σοφόκλεια γλυκύτητα». Ο ψυχισμός μου αυτή τη στιγμή έχει την επιθυμία της προσπέλασης αυτών των προσώπων απ’ ό,τι μιας ενασχόλησης, για παράδειγμα, με το υλικό των Τιτάνων και των δυνάμεων της φύσης, που είναι τα πρόσωπα στον Αισχύλο. Έτσι, λοιπόν, επέλεξα τον Σοφοκλή.
 

Προσεγγίζετε τη δουλειά σας βασιζόμενη πάντα στη θεωρία και την έρευνα. Ανάμεσα στη θεωρία και τη θεατρική πράξη, ποια είναι τελικά σημαντικότερη;

Η θεωρία δεν έχει καμία σχέση με τη θεατρική πράξη, είναι ένας τρόπος τελείως προσωπικός. Το να μελετάει κανείς έχει να κάνει με τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας σκηνοθέτης μπορεί να έχει υψηλά χαρίσματα συντονιστικά, τα οποία να μην έχουν σχέση με τη θεωρητική του κατάρτιση. Παρ’ όλα αυτά, σε κάθε περίπτωση ο σκηνοθέτης είναι φορέας πνευματικότητας – κι όταν λέω πνευματικότητα, εννοώ τη βαθιά γείωση ενός καλλιτέχνη με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως μια έννοια του ιερού. Στον πυρήνα της τραγωδίας, άλλωστε, βρίσκεται η αίσθηση του ιερού. Αυτό νιώθω πως είναι η απαραίτητη προετοιμασία σε σχέση με το αρχαίο δράμα. Από εκεί και πέρα, βεβαίως, διαβάζω πάρα πολύ σε σχέση με το κείμενο. Η μεγάλη μου απόλαυση, πριν τις πρόβες, είναι αυτή η επαφή με το αρχαίο κείμενο, καθώς ευτυχώς μπορώ να έχω πρόσβαση σε αυτό. Στον Αίαντα δουλέψαμε πολύ μαζί με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, που επιμελήθηκε τη μετάφραση του Παναγή Λορεντζάτου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά κάποιες αμφισημίες των λέξεων, όπου ήθελα δηλαδή να αναδειχθεί κάτι με πιο σύγχρονο τρόπο.
 

Σ’ αυτήν την παράσταση συμμετέχουν αποκλειστικά νέοι άνθρωποι. Πώς καταλήξατε σε μια τέτοια επιλογή;

Επιλέγοντας τον Αίαντα έκανα μια συγκεκριμένη επιλογή θιάσου, που απαρτίζεται όντως από πάρα πολύ νέους ανθρώπους και πολύ εύρωστους, μέσα στη νεότητά τους. Έχουν την ορμή της νεότητας και μια μεγάλη φινέτσα. Η πρώτη μου αγωνία είναι να διατηρηθεί στο αποτύπωμα της παράστασης η ευδαιμονία που γεννάται από τη σύμπραξη του θεατή με τόσο νέους ηθοποιούς επί σκηνής. Αυτή η ομάδα των νέων ανθρώπων παίζει τον Αίαντα στη Μικρή Επίδαυρο. Έχει πολύ δύναμη αυτό, έχει χάρη και ομορφιά.
 

Πρώτη φορά επίσης σκηνοθετείτε στο θέατρο της Μικρής Επιδαύρου. Ποια τα συναισθήματα;

Έχω πολύ μεγάλη συγκίνηση. Δεν έχω, βέβαια, την αγωνία της πρώτης επαφής με το αρχαίο θέατρο, γιατί έχω ήδη δουλέψει ως βοηθός ή ως υπεύθυνη παραγωγής σε παραστάσεις στη Μεγάλη Επίδαυρο. Η αρμονία και η μικρή κλίμακα της Μικρής Επιδαύρου ήταν για εμένα αυτό που ονειρευόμουν γι’ αυτό το έργο.
 

Ο Αίας, όχι ως πρόσωπο, αλλά ως σοφόκλεια τραγωδία, τι έχει να μας πει σήμερα;

Με απασχολεί πολύ αυτό εκ των υστέρων, στο πλαίσιο των συζητήσεων που κάνει κανείς παρουσιάζοντας τη δουλειά του. Όταν με ρωτάει δηλαδή κάποιος «τι έχει να μας πει ο Αίας σήμερα;» δεν μπορώ να τοποθετήσω το αίσθημά μου για το έργο σε μια πολιτική διάσταση. Αυτό που μπορώ να πω, με αφομοιωμένη την αίσθηση της πραγματικότητας στην οποία ζούμε, είναι ότι προσπαθούμε να μιλήσουμε αυτό το ποίημα ελπίζοντας πως θα γεννηθεί στις ψυχές των ανθρώπων που θα δουν την παράσταση αυτή η ελάχιστη δόνηση της συγκίνησης, της δόνησης που ζούμε μεγεθυμένης εδώ και τόσο καιρό.
 

Πώς προσεγγίζετε τον ίδιο τον Αίαντα;

Δεν αντιμετωπίσαμε τον Αίαντα σαν ένα πρόσωπο της μυθολογίας, έναν ήρωα του έπους, με τον οποίο δεν έχουμε κάποια επαφή, αλλά σαν τον ήρωα που ερωτεύεται κανείς, ως κεντρικό πρόσωπο ενός ποιήματος, που είναι απελπισμένος, που μέλλεται να πεθάνει και που διακυβεύεται το εάν θα ταφεί. Οπότε αυτό μας έβαλε στο κέντρο της έννοιας του πένθους. Διαβάσαμε πολύ την Ιλιάδα και την Οδύσσεια επιχειρώντας να προσεγγίσουμε το αίσθημα του συνόλου, δηλαδή του Χορού, μέσα από αυτή τη διαφάνεια των προσώπων της Οδύσσειας. Μελετήσαμε στην πρόβα ποιήματα του Σεφέρη και κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη που μιλούν για θάνατο. Ο άξονας για την παράσταση είναι το πένθος, γιατί έχει μεγάλη λύπη το κείμενο αυτό.
 

Σκοπεύετε να συνεχίσετε αυτόν τον «διάλογο» με την αρχαία τραγωδία;

Δεν είναι η εποχή που μπορεί κανείς να προγραμματίσει οτιδήποτε. Αντιλαμβάνομαι όμως πλέον γιατί οι άνθρωποι ανεβάζουν τα ίδια έργα δύο και τρεις φορές. Γιατί μόλις πεις: «α, αυτό εννοεί ο Χορός, τελικά», έχεις ήδη φτάσει στη γενική δοκιμή – εάν φυσικά είσαι τόσο νέος στο πεδίο. Ακόμα σκέφτομαι πράγματα για το πρώτο έργο που ανέβασα, τον Πελεκάνο του Στρίντμπεργκ.
 

Ποια στιγμή νιώθετε ότι μια παράσταση είναι έτοιμη;

Με τον τρόπο που δουλεύουμε στο πλαίσιο ενός Φεστιβάλ, με ένα αποτύπωμα δηλαδή παράστασης, που δεν έχει να κάνει τόσο με την αναπαράσταση αλλά με την αφήγηση, θα φθάσουμε μέχρι ένα σημείο και θα πρέπει να δείξουμε το πού φτάσαμε. Από κει και πέρα, επειδή έχω δουλέψει πολύ ως βοηθός και σε άλλους είδους παραστάσεις, γνωρίζω τον τρόπο που μπορεί να ολοκληρωθούν για να μπορεί ο κόσμος να τις δει και να περάσει καλά. Καταλαβαίνω το πότε είναι έτοιμη μια παράσταση. Η δική μας παράσταση, απλώς, δεν είναι μια παράσταση που θα είναι «έτοιμη»...
 

Είναι ένα καλοκαίρι δύσκολο, λόγω των ιδιαίτερων οικονομικών συνθηκών. Σας προβληματίζει το γεγονός ότι υπάρχει κοινό που θέλει να έρθει στη Μικρή Επίδαυρο αλλά δεν μπορεί;

Φυσικά με προβληματίζει και με λυπεί. Ακόμα και για εμάς είναι δύσκολο το πώς θα πάμε στην Επίδαυρο. Δεν είμαστε σε διαφορετική θέση απ’ ό,τι οι θεατές, οι οποίοι λαχταρούν να δουν μια παράσταση στη Μικρή Επίδαυρο ή στην Επίδαυρο. Νομίζω, όμως, ότι όλο αυτό έχει να κάνει με το πόσο γρήγορα θα ξεπεράσουμε το σοκ της μεγάλης αλλαγής της ζωής μας, θέτοντας προτεραιότητες, προκειμένου να προσαρμοστούμε σε νέους τρόπους.
 

Σας ακούω ψύχραιμη γι’ αυτήν την αβεβαιότητα που επιφυλάσσει το αύριο...

Δεν είμαι καθόλου ψύχραιμη. Προσπαθώ, απλώς, να βάλω σε λέξεις τη βεβαιότητα ότι, εάν δεν είμαστε άρρωστοι, θα συνεχίσουμε να ζούμε και την επόμενη μέρα από αυτό που πρόκειται να συμβεί για τη χώρα μας. Εάν θα είναι πολύ δύσκολη η ζωή και πάλι όμως θα είναι η δική μας, και κάπως θα πρέπει να τη ζήσουμε.